Θανάσης Τριαρίδης

 

Ego sum qui sum: Ναπολέων Σουκατζίδης

 

 

 

Ego sum qui sum: ετούτη η φράση δεν είναι τίποτε άλλο από την λατινική μεταγραφή της περιβόητης φράσης με την οποία, σύμφωνα με το βιβλίο της Εξόδου, ο Θεός αποκαλύπτεται προς τον Μωυσή στο όρος Σινά, λίγο πριν του παραδώσει τις Δέκα Εντολές: Εγώ ειμί ο Ων (Εξοδος, γ, 14). Όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι του δυτικού κόσμου (και όχι μόνο) την μελετούν, όχι απαραίτητα ως (εκ των προτέρων ή δυνάμει) επιβεβαίωση του θεολογικού οικοδομήματός που εκκινεί από αυτή, αλλά ως ένα από τα θεμελιακά αξιώματα της οντολογίας. Εγώ είμαι αυτός που είμαι: αυτό, πέρα από παραδοχή ενός υπερκόσμιου Κυρίου-Αφέντη, είναι προσωπική φιλοσοφική υπόθεση του καθενός μας, κάτι που ως αξίωμα δεν μπορεί να αποδειχτεί είτε το αποδέχεσαι, είτε όχι.

 

Δεν πιστεύω στις θρησκείες, τις θεωρώ απάνθρωπες μηχανές φόβου και σκλαβιάς, λογαριάζω τις Αλήθειες τους για φυλακές του ανθρώπινου σώματος και διαβάζω τα Ιερά Βιβλία τους ως συνηγορίες του μίσους και της βίας. Ωστόσο νιώθω πως αυτό το Ego sum qui sum, απαλλαγμένο από τον όποιον ουράνιο προσανατολισμό του, είναι πράγματι το μεγάλο διακύβευμα της ζωής μας και πιθανότητα η ενδεχόμενη διακινδύνευσή της. Φυσικά (για να θυμηθώ το ποίημα του Σινόπουλου) στη φωτιά λίγοι μπορούν να μπουν οι άλλοι χειροκροτούνε. Ως παρόμοιος χειροκροτητής, για χρόνια προσπαθώ να βρω τα σήματα της φωτιάς, να κατανοήσω (;) τι θα πει παρουσία μέσα στις φλόγες...

 

Διάβασα για πρώτη φορά την ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη στο βιβλίο του Δημήτρη Ψαθά Αντίσταση (ένα γραμμένο εν θερμώ χρονικό της Ελληνικής Αντίστασης στους Ναζί, που δυστυχώς εδώ και χρόνια βρίσκεται ουσιαστικά εκτός εμπορίου). Ο Σουκατζίδης, γεννημένος το 1909, ήταν εμποροϋπάλληλος και ήταν από το 1936 ανάμεσα στους κομμουνιστές κρατούμενους της Ακροναυπλίας που τον Απρίλιο του 1941 κληροδοτήθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση στους Γερμανούς (ουσιαστικά μια πράξη εσχάτης προδοσίας για την οποία δεν λογοδότησε ποτέ κανένας - φυσικά). Οι Ναζί αντιμετώπισαν τους κρατούμενους στην κυριολεξία ως εφεδρεία προς εκτέλεση.

 

Στο βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ Η Ελλάδα του Χίτλερ μπορεί κανείς να διαβάσει μια εξαιρετική σύνοψη για το πώς οι Γερμανοί οικοδόμησαν το σύστημα της τρομοκρατίας τους στην κατεχόμενη Ελλάδα. Οι ομαδικές δολοφονίες ως αντίποινα, η προσχεδιασμένη πείνα, η ανα πάσα στιγμή διάθεση της ζωής, της ελευθερίας και της περιουσίας οποιουδήποτε έλληνα στην ανεξέλεκτη βούληση των αρχών κατοχής, η πλήρης απουσία έστω και μιας προσχηματικής δίκης, η ανάπτυξη συνεργαζόμενων εθνοφυλακών (Χίτες και Ταγματασφαλίτες) που σκότωναν και τρομοκρατούσαν με απίστευτη αγριότητα είναι μονάχα πλευρές του σύνθετου μηχανισμού που χρησιμοποίησαν τα Ες Ες προκειμένου να καταστείλουν κάθε αντίσταση. Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες πέθαναν από την πείνα, χιλιάδες εκτελέστηκαν, φυλακίστηκαν, εξευτελίστηκαν, περισσότερα χίλια χωριά ισοπεδώθηκαν πλήρως προς παραδειγματισμό -οι Ναζί ξέρανε πως τα χωριά της υπαίθρου στήριζαν τον ΕΛΑΣ από όλα αυτά, στη μνήμη μας απομένουν -όσο απομένουν- θαμπά ονόματα: Κομμένο, Καλάβρυτα, Κλεισούρα, Δίστομο, Χορτιάτης. Και κοντά σε αυτούς οι προγραμματισμένοι στο χαμό, οι πενήντα έξι χιλιάδες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης: το πανευρωπαϊκό σχέδιο της γενοκτονίας, ο Χίτλερ, ο Ρόζεμπεργκ, ο Χίμλερ, η συντονισμένη γκετοποίηση, ο Μαξ Μέρτεν, ο Αλόις Μπρούνερ, η συγκέντρωση στην Στρατόπεδο Χιρς εκείνον τον Απρίλιο του 1943, τα κλειστά τρένα για την Κρακοβία, η καμινάδα του Άουσβιτς....

 

Η ιστορία της Κατοχής είναι γεμάτη με ανείπωτες τραγωδίες, με σημεία απίστευτου ηρωϊσμού και φριχτής καταβαράθρωσης των ανθρώπινων αξιών κι είναι επόμενο, στους καιρούς των άκρων δοκιμάζονται τα όρια των ανθρώπων. Στ αλήθεια τι θα πει ζω, τι θα πει είμαι παρών; Σκέφτομαι πολλές φορές το εάν και πόσο κατά βάθος ικανοποιήθηκαν οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων συμπολιτών τους ή, έστω, κατά πόσο σκέπασαν την εξόντωση με την σιωπή τους καθώς βολεύτηκαν από αυτήν. Σκέφτομαι αυτό που διάβασα στο συγκλονιστικό αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου 13-12-1943 που περιγράφει ένα προσκύνημα στον χώρο των 1300 εκτελεσμένων των Καλαβρύτων: κάποιος από το πλήθος που αποχωρεί φωνάζει, καλά τους έκαναν αφού οι άλλοι σκότωσαν στρατιώτες του κατακτητή. Στα αλήθεια ποιος από το πλήθος προφέρει τούτη την κουβέντα; Μηπώς είναι κοντύτερά μας από όσο νομίζουμε; Μήπως τα αεροπλάνα που καίνε καλύβια, τα οδηγούμε εμείς;

 

Η ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη είναι κάτι σαν απάντηση, στην ιστορία που προχωρεί, στο μέγα ψεύδος μας, στο κενό μας: τον Σεπτέμβριο του 1943 οι Ακροναυπλιώτες κρατούμενοι οδηγήθηκαν στο νεοσύστατο Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Ο Σουκατζίδης καθώς ήξερε γερμανικά, χρησιμοποιούνταν ως διερμηνέας. Μια επίθεση των ανταρτών εναντίων του στρατηγού Κρεντς στους Μολάους, φέρνει την διαταγή να εκτελεστούν ως αντίποινα διακόσιοι κρατούμενοι. Λίγο πριν από το χάραμα της Πρωτομαγιάς του 1944 η Γερμανική Διοίκηση μαζεύει τους κρατούμενους και δίνει στον Σουκατζίδη να διαβάσει την διαταγή και τα ονόματα. Ο Σουκατζίδης διαβάζει στο όνομα 167 το όνομά του- φωνάζει Παρών και δίνει τον κατάλογο στον Γερμανό υπαξιωματικό για να σταθεί στην πλευρά των μελλοθανάτων. Ο Φίσερ, διοικητής του Στρατοπεδου, κάνει νόημα στον Σουκατζίδη να μείνει στην θέση του. Εκείνος τον ρωτά: Εάν εγώ γλυτώσω, θα εκτελεστεί ένας λιγότερος;. Ο Φίσερ του απαντά έχω διαταγή να εκτελέσω διακόσιους. Άρα θα είμαι στη σειρά μου του αντιγύρισε οι Σουκατζίδης. Ο Ψαθάς γράφει πως τότε ο Φίσερ, το ανθρώπινο κτήνος, στάθηκε σε στάση προσοχής. Έτσι ο Ναπολέων Σουκατζίδης κράτησε τη σειρά του του στον κατάλογο των μελλοθανάτων, το νούμερο 167: ego sum qui sum..

 

Μια ώρα αργότερα, οι Διακόσιοι εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής τραγουδώντας κάτι ολότελα διαφορετικό από έναν εθνικό ύμνο. Ξημέρωνε Πρωτομαγιά κι ήσαν όλοι στη σειρά τους - όλοι παρόντες.

 

 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής, στις 25-4-2004)